Ετεοκλής και Πολυνείκης - Ο «καλός» και ο «άθλιος» θάνατος
Στην παρούσα εγγραφή θα εξετάσουμε την απόφαση του Κρέοντα στο έργο του Σοφοκλή «Αντιγόνη», αναφορικά με το να θάψει το νεκρό σώμα του Ετεοκλή και να αφήσει άταφο τον Πολυνείκη. Η τραγική αντίθεση μεταξύ των δύο αδελφών (της Αντιγόνης και της Ισμήνης) Ετεοκλή και Πολυνείκη, έχει να κάνει με την αντίθεση που απέδιδαν οι αρχαίοι έλληνες αναφορικά με τον «καλό θάνατο» και τον «άθλιο θάνατο», κάτι που σημειώνεται μέσα στο ίδιο το κείμενο ως εξής:
Τι ήταν λοιπόν ο «καλός θάνατος» και τι ο «άθλιος θάνατος» για τους αρχαίους έλληνες; Και ποια η σημασία της ταφής ενός νεκρού;
Είναι γνωστή η σημασία που απέδιδαν οι αρχαίοι έλληνες ως προς τη τήρηση των νεκρικών εθίμων. Η τήρηση αυτή είχε την σημασία ώστε ο νεκρός να μπορέσει να μεταβεί την πύλη του Άδη περνώντας τον Αχέροντα ποταμό, εξασφαλίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, μεταθανάτια γαλήνη το πνεύμα του. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής εκείνης, το πνεύμα του άταφου νεκρού, περιπλανιόταν ανήσυχο μη μπορώντας να συναντήσει τους λοιπούς αγαπημένους του νεκρούς στον Άδη. Επίσης, σύμφωνα με την Οδύσσεια, το άταφο πτώμα μόλυνε τον ήλιο προκαλώντας την οργή των θεών. Είναι γνωστά τα παραδείγματα από την αρχαία ελληνική γραμματεία αναφορικά με αυτές τις αντιλήψεις. Παίρνοντας ως παράδειγμα τα ομηρικά έπη συναντά κανείς εκεί τόσο την περίπτωση του Αχιλλέα με τον Έκτορα[1] στην Ιλιάδα, όσο επίσης και την περίπτωση του Ελπήνορα με τον Οδυσσέα[2] στην Οδύσσεια.
Τι περιελάμβανε λοιπόν αυτός ο «καλός θάνατος»; Η διαδικασία της ταφής σύμφωνα με την Ιλιάδα περιελάμβανε αρχικώς την καύση του νεκρού στα πλαίσια μιας μεγαλοπρεπούς τελετής. Όπως επί παραδείγματι μαθαίνουμε από την περίπτωση του νεκρού σώματος του Έκτορα, πριν το τοποθετήσουν στην πυρά για καύση, σβήνονταν οι πληγές του, ενώ παράλληλα μυρώνονταν και αλειφόταν με λάδι ώστε να είναι ωραίο στη θέα. Μετά την καύση του νεκρού, μόλις οι φλόγες καταλάγιαζαν από τις χόες, μαζεύονταν τα οστά από τις στάχτες και τοποθετούνταν σε μια υδρία, συχνά με λάδι, τυλιγμένα σε ύφασμα, πριν θαφτούν στο χώμα. Τέλος, στηνόταν μια στήλη ώστε ο καθένας να διακρίνει το μέρος όπου είχαν θαφτεί τα οστά του νεκρού, όπως ακριβώς όλοι ακούγανε τα τραγούδια που υμνούνταν για το νεκρό κατά την διάρκεια αυτής της τελετουργίας.
Σε αυτό το σημείο συναντάμε τη Μνημοσύνη, τη μνήμη του νεκρού θα λέγαμε που γίνεται τραγούδι, και με αυτόν τον τρόπο οι επόμενες γενεές θα μνημονεύουν τόσο τη ζωή όσο και τα ηρωικά κατορθώματα του νεκρού -και κατά μία έννοια θα μείνει ζωντανός στη μνήμη των ανθρώπων. Αν λοιπόν αυτή η τελετουργία χαρακτηρίζει τον «καλό θάνατο», τι ακριβώς χαρακτηρίζει το αντίθετό αυτού -τον «άθλιο θάνατο»;
Σε πλήρη αντίθεση λοιπόν του «καλού θανάτου» για τους αρχαίους έλληνες υπήρχε ο «άθλιος θάνατος». Αυτός ο «άθλιος θάνατος», που η Αντιγόνη αναφέρει ως «αθλίως [...] νέκυν» αναφορικά με την περίπτωση του νεκρού αδελφού της Πολυνείκη, μας είναι γνωστός επίσης από τα ομηρικά έπη. «Άθλιος θάνατος» είναι αυτός που συναντάμε στο επεισόδιο της Οδύσσειας με τις Σειρήνες. Εκεί, όπως και στην αφήγηση της Αντιγόνης στους στίχους 29-30, όπου γίνεται αναφορά πως το νεκρό σώμα του Πολυνείκη μένει έρμαιο για τροφή από τα όρνια, έτσι και στην περίπτωση της Οδύσσειας, οι Σειρήνες δίνουν έναν «άθλιο θάνατο» στα θύματά τους, αφήνοντας τα πτώματα σε αποσύνθεση, άταφα, στις όχθες και στα λιβάδια της νήσου τους -κι εδώ για τροφή για τα όρνια. Η σύληση αυτή του νεκρού είχε τη σημασία του να μην μείνει ζωντανός στην μνήμη κάποιος νεκρός εχθρός, αλλά αντιθέτως να καταδικαστεί στη φθορά.
Τόσο στην Οδύσσεια όσο και στο έπος της Ιλιάδος συναντάμε παρόμοιας φύσεως ενέργειες αναφορικά με τον «άθλιο θάνατο» των νεκρών εχθρών. Στην Ιλιάδα συναντούμε τον «άθλιο θάνατο» στην περίπτωση όπου ο Αχιλλέας, σέρνει το πτώμα του Έκτορα πίσω από το άρμα του με σκοπό να το παραμορφώσει ώστε αυτό να μην γνωρίσει τον «καλό θάνατο» -επειδή ο Έκτορας σκότωσε στη μάχη τον αδελφικό φίλο του Αχιλλέα, Πάτροκλο. Παρομοίως, στα πλαίσια αυτών των αντιποίνων που προβαίνουν στην ατίμωση ενός νεκρού εχθρού, θα μπορούσαμε να πούμε πως συναντάμε και στην Οδύσσεια στην περίπτωση όπου ο Οδυσσέας ανακτά τα αξιώματά του επιστρέφοντας πίσω στην Ιθάκη, όπου με την βοήθεια μεταξύ άλλων του γιού του Τηλέμαχου, σκοτώνει έναν-έναν τους μνηστήρες καθώς και τις άπιστες δούλες που είχαν πλαγιάσει μαζί με αυτούς. Ειδικότερα, ως παράδειγμα, να αναφέρουμε χαρακτηριστικά την περίπτωση του Μελάνθιου του οποίου το σώμα ακρωτηριάστηκε και τα γεννητικά του όργανα πετάχτηκαν στα σκυλιά, καθώς και των άπιστων δούλων, τις οποίες ο Τηλέμαχος τις κρέμασε σε ένα τεντωμένο σκοινί στην αυλή του ανακτόρου.
Αυτή λοιπόν η αντίθεση μεταξύ «καλού» και «άθλιου» θανάτου εντοπίζεται και στην περίπτωση της τραγωδίας του Σοφοκλή «Αντιγόνη», μέσα από το διάταγμα του Κρέοντα να θάψει τον έναν αδερφό της Αντιγόνης και της Ισμήνης, Ετεοκλή, με τιμές, και απο την άλλη να αφήσει άταφο τον άλλον αδελφό, Πολυνείκη. Η διάκριση αυτή μεταξύ των δυο αδερφών φυσικά γίνεται επειδή ο πρώτος, ο Ετεοκλής, σκοτώθηκε ηρωικά υπερασπιζόμενος την πατρίδα του, εν αντιθέσει με τον Πολυνείκη ο οποίος στράφηκε εναντίον της πατρίδας του, χαρακτηριζόμενος ως προδότης.
Τι νόημα όμως είχε για τους αρχαίους μια διάκριση μεταξύ «καλού» και «άθλιου» θανάτου; Τη στιγμή μάλιστα που οι αντιλήψεις της εποχής ήθελαν το θάνατο ως κάτι φρικτό, απερίγραπτο, παράλογο και μη ανθρώπινο;
Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της αποδοχής, οι αρχαίοι έλληνες ανέπτυξαν την αντίληψη του «ηρωικού θανάτου». Στην Ιλιάδα, όταν ο Αχιλλέας αποτραβήχτηκε από την μάχη δίνοντας στους Τρώες τη δυνατότητα να εκδιώξουν τους έλληνες μέχρι τα πλοία τους, ο Γλαύκος και ο Σαρπηδών από την Λυκία ετοιμάζονται να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή. Ο διάλογός τους μας αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη διάσταση, όταν ο Σαρπηδών λέγει στο σύντροφό του πως αν μπορούσαν οι θνητοί να ζήσουν όπως οι θεοί αιώνια χωρίς να γνωρίσουν θάνατο, πάντοτε νέοι και γεροί, δεν θα χρειαζόταν να παροτρύνει ο Σαρπηδόνας τον Γλαύκο να διακινδυνεύσει την ζωή του στην πρώτη γραμμή της μάχης. Ο διάλογός τους κλείνει με τον Σαρπηδόνα να τονίζει στον Γλαύκο τον πραγματικό λόγο του «ηρωικού θανάτου»: «Αλλά δεν μπορούμε [να ζήσουμε σαν τους θεούς]! Δεν θα γλιτώσουμε από τα γηρατειά, την κούραση και τον θάνατο που μας περιμένει στο τέρμα της ζωής! Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο σου ζητώ να πάμε [στη μάχη]».
Αυτή η καθαρά γήινη αντίληψη των αρχαίων ελλήνων για τον άνθρωπο και η αποδοχή της θνησιμότητάς του, συνδέεται άμεσα με τον «ηρωικό θάνατο», δίνοντας στους θνητούς την δυνατότητα να κερδίσουν λίγο από την σταθερότητα της ύπαρξης που αποδίδονταν στους θεούς. Πως; Μέσω αυτού που οι έλληνες αποκαλούν κλέος άφθιτον, δόξα αθάνατη, μέσω δηλαδή της μνείας των ζωντανών για τα κατορθώματα ενός ήρωα. Και αυτό ακριβώς το στοιχείο συνδέεται άμεσα με τον καλό θάνατο τόσο μέσω της νεκρικής τελετουργίας όσο και μέσω του επιτύμβιου μνημείου που στήνεται για το νεκρό.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι παρά την διάκριση μεταξύ «καλού» και «άθλιου» θανάτου, οι Έλληνες μέσω της ηρωικής στάσης στην μάχη δεν διακατέχονταν από κανενός είδους ψευδαίσθηση για την κατάσταση των νεκρών. Ο Άδης για τους αρχαίους έλληνες ήταν συνδεδεμένος με έναν τόπο πολύ πιο φρικτό από τον κόσμο των ζώντων -ακόμη και για ήρωες όπως ο Αχιλλέας. Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε το παράδειγμα του Οδυσσέα, ο οποίος όταν κατεβαίνει στον Άδη καταλαμβάνεται από χλωρόν δέος. Σε αυτό το σημείο του έπους ο Όμηρος μας σημειώνει πως οι νεκροί είναι σκιές χωρίς πρόσωπο, χωρίς φωνή, αλλά αντιθέτως βγάζουν έναν τρομακτικό ψίθυρο. Οι νεκροί σύμφωνα με τον Όμηρο και τις αντιλήψεις της εποχής εκείνης, δεν έχουν συνειδητότητα ούτε του τι είναι αλλά ούτε και του ποιοι ήταν στην προϋπάρχουσα ζωή τους (ανεξαρτήτως αν ήταν ήρωες ή όχι). Ακόμη και ο πιο ξακουστός ήρωας των Ελλήνων, σύμφωνα με την Οδύσσεια, ο Αχιλλέας, χρειάζεται να πιει αίμα κριαριού προκειμένου να αποκτήσει για λίγο τη συνείδησή του. Και από την απάντησή του προς τα εγκωμιαστικά λόγια του Οδυσσέα διαφαίνεται ξεκάθαρα η αντίληψη των αρχαίων ελλήνων για τον θάνατο. Ο Αχιλλέας δίνει μια απάντηση που εκπλήσσει. Εξηγεί στον Οδυσσέα πως «θα προτιμούσα να υπηρετώ ως μισθοφόρος κάποιου άλλου, παρά να είμαι ο αφέντης των νεκρών που χάθηκαν». Υπάρχει λοιπόν αυτό το αντιστάθμισμα, ότι ακόμη και ο θάνατος του ήρωα είναι κάτι τρομερό. Η φήμη που αποδίδεται στον Αχιλλέα δε φτάνει στο βασίλειο των νεκρών -ο ίδιος δεν μπορεί να την ακούσει. Ο Αχιλλέας είναι ξακουστός μονάχα ανάμεσα στους ζωντανούς. Πρόκειται για ένα είδος εξιδανίκευσης του θανάτου και της θνητής μας φύσης, χωρίς να χάνεται το αληθινό νόημα της ζωής, ότι αξίζει να τις δώσουμε νόημα που δεν βρίσκεται εκτός αυτής, μετά τον θάνατο, σε μια μεταφυσική διάσταση, σε ένα μακρινό επέκεινα.
Για να κλείσω, η τυπική μορφή ενός μύθου δομείται πάντα μεταξύ αντιθέσεων, είτε αυτές έχουν να κάνουν με το ρόλο των προσώπων, είτε των καταστάσεων· και ο ρόλος του μύθου είναι ακριβώς αυτός: να εξηγήσει πως μεταβήκαμε από την μία κατάσταση στην άλλη. Όπως ακριβώς στην Ιλιάδα, ένα καθαρό πολεμικό έπος, η αφήγηση κλείνει τελικώς με τον «καλό θάνατο» του Έκτορα, έτσι και η τραγωδία της «Αντιγόνης» κλείνει με την ταφή του Πολυνείκη. Το ζήτημα του «καλού» και του «άθλιου» θανάτου τίθεται μονάχα στα πλαίσια της κατανόησης του μύθου: αυτό που πετυχαίνει ο Σοφοκλής μέσω αυτής της αντίθεσης, είναι ο προβληματισμός του κοινού αναφορικά με το αν θα έπρεπε να ενταφιάζεται το πτώμα του προδότη της πατρίδας (σύμφωνα με το ιερό χρέος να θαφτούν οι νεκροί βάσει του άγραφου νόμου των θεών), σε αντιδιαστολή με την άποψη πως από την στιγμή που ο Πολυνείκης ήταν προδότης και νεκρός, η μόνη τιμωρία ήταν η τιμωρία του πτώματός του, κατά συνέπεια και του πνεύματός του (της ψυχής). Μέσα από αυτήν την αντίθεση «καλού» και «άθλιου» θανάτου, ο Σοφοκλής χρησιμοποιώντας αυτή την εξέλιξη του μύθου στην ουσία πατάει στις δύο αντιθετικές αντιλήψεις της εποχής του, της εποχής της αθηναϊκής δημοκρατίας και του Περικλή, θέτοντας στο προσκύνιο την αξία και τα ιδανικά της αρμονίας και του μέτρου σε ένα τόσο αμφιλεγόμενο ζήτημα, που πιθανόν δίχαζε το αθηναϊκό κοινό. Και αυτές ακριβώς οι διαφορετικές αντιλήψεις της εποχής αναφορικά με το αν έπρεπε να θαφτεί ή όχι κάποιος προδότης της πατρίδας, στην πραγματικότητα παρουσιάζονται μέσα από τον αντιθετικό χαρακτήρα της Αντιγόνης και της Ισμήνης· της διαφορετικής τους στάσης ως προς την ταφή του αδελφού τους Πολυνείκη.
(κείμενο από το μαθητικό μου τετράδιο της Β' Λυκείου στο μάθημα της Αντιγόνης)
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
- Περι ορίων, Ανάμεσα στον μύθο και την πολιτική II - Jean-Pierre Vernant (Εκδόσεις ΣΜΙΛΗ 2008)
- Ο κόσμος του Ομήρου - Pierre Vidal-Naquet (Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ-ΝΗΜΑΤΑ 2002)
- Σοφοκλέους "Αντιγόνη" (βιβλίο μαθητή Β' Λυκείου)
[1] "Κοιμάσαι, Αχιλλέα μου και μ' έχεις λησμονήσει! Συ ζωντανό με φρόντιζες, τώρα νεκρό μ' αφήνεις. Μην αργείς, θάψε με γοργά, να μπω στον Άδη μέσα. Μακριά με διώχνουν οι ψυχές, ίσκιοι των πεθαμένων, μ' αυτές να σμίξω δεν μπορώ περνώντας το ποτάμι, μα έξω απ' τον πλατύπορτο τον Άδη τριγυρίζω" (Ιλιάδα ψ 69-74) .
[2] "Εκεί φτασμένος θέλω, ρήγα μου, να θυμηθείς και μένα· άκλαυτο κι άθαφτο, αψηφώντας με, μη φύγεις και με αφήσεις, απ' αφορμή δικιά μου οι αθάνατοι μην οργιστούν μαζί σου, μονάχα κάψε με με τ' άρματα που ήταν δικά μου, ως ζούσα, κι εκεί, στο ακρόγιαλο της θάλασσας, μνημούρι ασκώσετέ μου του δύστυχου, που κι μελλούμενες γενιές να μου θυμούνται"(Οδύσσεια λ 71-76).

nespa
RSS: 
