δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ τεύχος Ιουνίου 2009
Με αφορμή το έτος Δαρβίνου στη χώρα μας πραγματοποιούνται διαλέξεις και αφιερώματα που στόχο έχουν να μας θυμίσουν τις πρωτοποριακές ιδέες του άγγλου φυσιοδίφη Κάρολου Δαρβίνου. Το μεγαλειώδες έργο του «Η Καταγωγή των Ειδών», ταρακούνησε συθέμελα την επιστημονική κοινότητα εδώ και διακόσια χρόνια, ξυπνώντας και τον Έλληνα από τον λήθαργο της οπισθοδρομικής και δογματικής του εκπαίδευσης.
Το να σχολιάζουμε την παιδεία στα δημόσια σχολεία της χώρας μας και να την κρίνουμε αρνητικά δυστυχώς δεν αποτελεί εικόνα μονάχα των ημερών μας και αυτή μας η αντίθεση, από μόνη της, δεν επαρκεί για την επίλυση του εν λόγω προβλήματος. Ο έντονος προβληματισμός μας αναφορικά με την παιδεία διαιωνίζεται εδώ και δεκαετίες και κρίνει αρνητικά εκατέρωθεν τα κόμματα της εξουσίας για τις στάσεις τους και τις επιλογές τους που αυτά ακολουθήσανε στο παρελθόν. Οι πορείες και οι καταλήψεις των μαθητών και των καθηγητών έχουν γίνει μια θλιβερή πραγματικότητα που τις περισσότερες των περιπτώσεων, εξαιτίας της διαχρονικότητας που πήρε αυτό το φαινόμενο, έγιναν μια συνήθης πραγματικότητα, μετατρέποντάς μας σε απαθείς ίσως δέκτες αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που συνήθως μας βρίσκει είτε θετικά είτε αρνητικά προσκείμενους στις εκάστοτε πολιτικές αποφάσεις, κρίνοντάς τες απλώς εν συγκρίσει με τις προϋπάρχουσες.
Ο προσωπικός μου όμως προβληματισμός δεν έγκειται τόσο γύρω από τις ίδιες τις αποφάσεις που πάρθηκαν κατά καιρούς όσο γύρω από τον ίδιο τον τίτλο του «Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων»: Πως νοείται ταυτοχρόνως να επικαλούμαστε μια παιδεία που βάση της είναι η επιστήμη και η έρευνα και παράλληλα να επικαλούμαστε μια παιδεία θρησκευτικού δογματισμού;
Και ας μην ξεχνούμε πως το ζήτημα της ένταξης ή μη της θεωρίας του Κάρολου Δαρβίνου στην σχολική ύλη αν και αποτελεί ένα τρέχον σημαντικό ζήτημα, σίγουρα δεν είναι και το ουσιώδες. Το ουσιώδες ζήτημα για εμένα έγκειται στο τρόπο παρουσίασης της ίδιας μας της ιστορίας. Μιας ιστορίας που βρίσκει τους περισσοτέρους ιστορικούς ακόμη και σήμερα να διαφωνούν αναφορικά με την ελληνικότητα του Βυζαντίου, την συνέχιση του ελληνικού ιδεώδους δια μέσω της ορθοδόξου χριστιανικής παραδόσεως και άλλων παρομοίων θεμάτων, τα οποία επιμελώς αφαιρούνται από τη διδακτέα ύλη, για να μην προκαλέσουν την σύγχυση στους μαθητές και την απόρροια ερωτημάτων.
Ως γνωστόν, η ιστορία γράφεται από τους νικητές, οι οποίοι αποκρύπτουν και παραποιούν την πραγματική αλήθεια κατά το δοκούν, αποστερώντας από το λαό την πραγματική γνώση, παρουσιάζοντας ως «αλήθεια» μια παραλλαγμένη εικόνα αυτής, η οποία εξυπηρετεί τις περισσότερες των περιπτώσεων πολιτικές, θρησκευτικές και εθνικιστικές σκοπιμότητες. Αυτή μας η παραποιημένη «αλήθεια» όμως μας έφτασε σε σημείο να περνούμε κρίση ταυτότητος, αναφορικά με το «ποιοι είμαστε» και το «τι επιζητούμε από το μέλλον μας».
Δυστυχώς, η ταυτόχρονη επίκληση των δύο αυτών αντιφατικών εννοιών που συνυπάρχουν στην παιδεία μας, έχει ως αποτέλεσμα ο τρόπος διδασκαλίας της ιστορίας και η ύλη που επιλέγεται, να μην στοχεύει τόσο στην κατανόησή της από τους μαθητές όσο κυρίως να τροφοδοτήσει την εθνική τους υπερηφάνεια και την εθνική τους συνείδηση, σε μια εποχή δύσκολη, που φαίνεται να χτυπάτε από την παγκοσμιοποίηση των λαών, των εθίμων και των ιδεών, με απώτερο στόχο τη διασφάλιση της παραδόσεώς μας. Αυτή όμως η αποσπασματική γνώση, επάνω στην ίδια μας την ιστορία, εκτός που μας κάνει ημιμαθείς ως προς αυτήν, έχει άμεσο αντίκτυπο και στην καθημερινή μας ζωή σήμερα, που από την μια μας κάνει να βλέπουμε τον δυτικό πολιτισμό (που αναγεννήθηκε χάρις τις ελληνικές ιδέες της κλασσικής Ελλάδας) με καχυποψία και από την άλλη να κοιτούμε την θρησκόληπτη «οπισθοδρομική» ανατολική ιδεολογία με σκεπτικισμό. Μια στάση σύγχυσης που υποθάλπει την στασιμότητα στην δημιουργία και καλλιεργεί την πολιτισμική μας ασημαντότητα.
Χαρακτηριστικό της παιδείας είναι το γεγονός, ότι ως νεοέλληνες ελάχιστα ή έστω λιγοστά γνωρίζουμε ως επί το πλείστον για την κλασσική Ελλάδα, για τη δημοκρατία, τον ορθολογισμό και τη φιλοσοφία. Βλέπουμε την αρχαία ελληνική θρησκεία υπό το πρίσμα του σύγχρονου χριστιανισμού κατηγορώντας την ως «ειδωλολατρική», ενώ παράλληλα νιώθουμε υπερήφανοι για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, τον Παρθενώνα (που ήσαν ως γνωστόν ιερός ναός της θεάς Αθηνάς), την γλυπτική, την αγγειοπλαστική των προγόνων μας κ.ο.κ. Έχουμε σχηματίσει μια μυθική εικόνα για την αρχαία κλασσική Ελλάδα, που για εμάς σήμερα φαντάζει τόσο απόμακρη και αναχρονιστική όσο παράλληλα κτήμα μας που ανήκει σε εμάς και μονάχα σε εμάς! Από την μία αναγνωρίζουμε πως οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού έγκειται στην κλασσική ελληνική αρχαιότητα και από την άλλη η όποια αναγνώριση από μέρους μας, αυτής της πολιτισμικής συνεχίσεως του αρχαίου ελληνικού ιδεώδους από μέρους τους, μας ξενίζει και μας φέρει αρνητές αυτής της συνεχίσεως, για λόγους διαφορετικότητας ημών και αυτών ως προς την σύλληψη του νοήματος και της σημασίας.
Από την μια αναγνωρίζουμε ότι, όταν το 146π.Χ. τα ρωμαϊκά στρατεύματα είχαν καταλάβει σχεδόν ολόκληρο τον τότε ελλαδικό χώρο μετατρέποντάς τον σε επαρχία της αυτοκρατορίας τους, οι Ρωμαίοι δεν ήταν Έλληνες αλλά ένας ξένος και βάρβαρος λαός, που όπως όμως σημειώνει και ο Οράτιος, δέχθηκε την επίδραση του ελληνικού πνεύματος: «η ηττημένη Ελλάς νίκησε τη νικήτρια Ρώμη και μεταλαμπάδευσε τις τέχνες στο αγροίκο Λάτιο» [επιστολές Β,Ι,156-157]. Από την άλλη για καθαρά εθνικιστικούς και θρησκευτικούς λόγους, έχουμε χωρίσει την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε μια κατά κάποιον τρόπο «εθνική» Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και «χριστιανική» Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ξεχωρίζοντας την δεύτερη, μάλιστα συγκεκριμένα μετά την περίοδο του σχίσματος -αποτέλεσμα της επίδρασης της χριστιανικής θρησκείας. Παίρνοντας λοιπόν την «χριστιανική» περίοδο αυτής της αυτοκρατορίας, της αφαιρούμαι την περίοδο δημιουργίας της και εμμένουμε στο ανατολικό της μέρος, που αποτελέσαμε μέρος αυτού, αποκαλώντας το Βυζάντιο και ταυτίζοντάς το με την ίδια την Ελλάδα και την εθνική μας συνείδηση και κληρονομιά.
Φυσικά όπως εξηγεί ο καθηγητής Δημήτριος Κυρτάτας1, αυτό έγινε για τον εξής λόγο: «Το επαναστατημένο έθνος που απέδιδε ιδιαίτερο βάρος στη θρησκεία αποστρεφόταν σφοδρά τον Μεσαίωνα, τον οθωμανικό και τον βυζαντινό. Η αποκατάσταση του Βυζαντίου ως λίκνου της χριστιανικής πίστης και θεματοφύλακα του Ελληνισμού συντελέστηκε μόνο όταν αμφισβητήθηκε η καταγωγή των νέων Ελλήνων από τους αρχαίους. Άμεσος και διακηρυγμένος στόχος όσων ασχολήθηκαν με τους βυζαντινούς προγόνους από τον ύστερο 19ο αιώνα και εφεξής ήταν να βρεθεί ο κρίκος με το ένδοξο παρελθόν της κλασικής εποχής, μιας εποχής δηλαδή κατά την οποία το έθνος δεν ήταν χριστιανικό».
Αποκορύφωμα αυτής της συγχύσεως, δεν θα μπορούσε να μην ήταν άλλη από την πρωτοφανής τάση της εποχής μας, να αναβιώσει την αρχαία ελληνική θρησκεία με «πομπές» και «θυσίες», θυμίζοντας με τον πιο ακραίο τρόπο στον νεοέλληνα χριστιανό κάτι τελείως διαφορετικό και ξένο από αυτό στο οποίο μεγάλωσε από την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Ίσως είναι από τις λίγες των περιπτώσεων που ένα έθνος χωρίζεται σε θρησκευτικές υποομάδες, διεκδικώντας η κάθε μια εξ αυτών τον τίτλο της «εθνικής» ταυτότητος, μαχόμενη την αντίθετη πλευρά και κατηγορώντας την με τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά ως «ειδωλολατρική». Γεγονός που σίγουρα πηγάζει από έναν «σύγχρονο θρησκευτικό φανατισμό» φονταμενταλιστικoύ χαρακτήρα, από όποια πλευρά κι αν κοιτάξουμε αυτή την μεταξύ τους αντίδραση.
Ο καθένας εξ αυτών, ερμηνεύει κατά το δοκούν την ιστορία, κρατώντας αποσπάσματα από την ήδη υπάρχουσα κατακερματισμένη ιστορία μας. Και αντί να υπάρξει ένας σοβαρός διάλογος και προβληματισμός, ανάλογος με αυτόν που έφερε τον διαφωτισμό και την αναγέννηση στην δύση, βλέπει κανείς έναν παράλογο πόλεμο εθνικο-θρησκευτικής ταυτότητος, από τον οποίο ο ανίδεος έλληνας αναζητά «εφόδια για να αμυνθεί», που στην πραγματικότητα τον βυθίζει περισσότερο στην άγνοια από πριν, διότι του δίδει την ψευδαίσθηση πως «πλέον γνωρίζει». Αυτός ο «θρησκευτικός εμφύλιος» (αν μπορώ να τον χαρακτηρίσω έτσι) φυσικά μοιάζει με μια απύθμενη άβυσσο, διότι αν κάτι έχει ριζώσει μέσα μας όλους τους προηγούμενους αιώνες, είναι δυστυχώς η αποστροφή του λαού μας στη συστηματική μελέτη και την έρευνα, τον ορθολογισμό και τη λογική σκέψη, τη φιλοσοφία και όλα εκείνα τα σημαντικά εργαλεία σκέψης που δημιουργήθηκαν στις πρώτες αστικές κοινωνίες της αρχαίας Ελλάδας και χάθηκαν και πάλι με τα φεουδαρχικά και θεοκρατικά «καθεστώτα» της ελληνιστικής περιόδου και του μεσαίωνα. Όπως πολύ σωστά είχε παρατηρήσει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, η ελληνική ιδιαιτερότητα, να μπορεί δηλαδή ο ίδιος ο έλληνας να αμφισβητήσει την ιστορία και την παράδοσή του, έχει σβηστεί στην σύγχρονη Ελλάδα και στην αντίληψη των νεοελλήνων2.
Ο ιστορικός Γεώργιος Καραμπελιάς ήταν αυτός ο οποίος αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον μου, από μία ραδιοφωνική συνέντευξη που ο ίδιος έδωσε στο ραδιοφωνικό σταθμό Πειραϊκή Εκκλησία και στη δημοσιογράφο Σοφία Χατζή3. Ο αξιόλογος αυτός ιστορικός (ερωτώμενος αναφορικά με την άποψη του Καστοριάδη) αναρωτήθηκε γιατί όλοι μένουν κατά μίαν, δική μου έννοια, δέσμιοι είτε της κλασσικής Ελλάδας της δημοκρατίας, είτε της χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προσπερνώντας τους αιώνες που μεσολάβησαν; Φυσικά κι ο ίδιος τόσο από το βιβλίο του4 και την έρευνά του, όσο και από την απάντηση που έδωσε στην εν λόγω ραδιοφωνική συνέντευξη, έβγαλα το συμπέρασμα πως «δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει τόσο αυτή η περίοδος μετάβασης»! Συνήθως ακούμε λίγα πράγματα για την περίοδο μετάβασης, που στην πραγματικότητα δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε επαρκώς αυτήν την πολιτισμική «συμπόρευση»5 από την μία πλευρά και αυτήν την «διακοπή»6 από την άλλη. Όπως πολύ σωστά λέγει και ο καθηγητής Δημήτριος Κυρτάτας: «Η μόνη περίοδος που δεν φαίνεται να προσελκύει το ενδιαφέρον στις πρόσφατες συζητήσεις είναι εκείνη κατά την οποία ο χριστιανισμός αναδείχθηκε νικηφόρος μέσα από πολυετείς αμφισβητήσεις και διωγμούς».
Πηγαίνοντας αρκετά πίσω στην ιστορία μας, μέσα στα ομηρικά έπη, συναντά κανείς την τραγική σύλληψη του κόσμου, την αποδοχή του θανάτου ως αναπόφευκτου δεδομένου, την δυνατότητα του ίδιου του ανθρώπου να αποφασίζει κ.α. στοιχεία που θα συνθέσουν αυτό που αργότερα ονομάστηκε «ελληνικό». Ως παράδειγμα να θυμίσω πως ο ίδιος ο Αχιλλέας στην Ραψωδία Ι της Ιλιάδας αποσυνδέει τον ηρωισμό από την θυσία στον πόλεμο, τονίζοντας παράλληλα την αξία της ζωής.
Αυτά τα στοιχεία και πολλά ακόμη, θα λέγαμε πως χαρακτηρίζουν σε γενικές γραμμές την ελληνική παιδεία ως δημοκρατική, ορθολογιστική και εδωκοσμική. Όπως μας σημειώνει ο καθηγητής Χαράλαμπος Θεοδωρίδης «γεννήθηκε και άκμασε με την πάλη και τη νίκη πάνω στις πατρικές βασιλείες, στην γαιοχτημονική αριστοκρατία και στη μυθική κοσμοερμηνεία των χρόνων της αγροτικής οικονομίας». Αυτή η πάλη γέννησε την δημοκρατία στην οποία παρατηρούμε, όπως σημειώνει, μια «πλουσιότερη απόδοση του ελληνικού». Ήταν η αγάπη της ζωής, των γήινων αγαθών, η εμπιστοσύνη στο λογικό, που γεννιούνται όλα με την σύσταση του δήμου, όπου «Δήμος» και «Ελληνικό», όπως μας υπογραμμίζει ο κ. Θεοδωρίδης, σημαίνουν το ίδιο7.
Ο δήμος άνοιξε το δρόμο στα ελεύθερα πολιτεύματα και στην ορθολογική διανόηση. Όλα αυτά όμως πριν τον Πελοποννησιακό πόλεμο, κατά την διάρκεια του οποίου η αριστοκρατία είχε ως όπλα το μύθο και το λυρικό πάθος και έπειτα την ιδεαλιστική φιλοσοφία. Όσο ο δήμος έπεφτε σε μαρασμό μετά το πέρας του πολέμου, η ιδεαλιστική φιλοσοφία με πρωταγωνιστές τον Πλάτωνα και τους συγχρόνους του, κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος. Και ενώ η Μακεδονία αναδυότανε σε μια παγκόσμια για την εποχή εκείνη δύναμη, φωτεινή εξαίρεση αποτέλεσε ο Επίκουρος, ο οποίος συνέδεσε τις «δημοκρατικές» και «ορθολογικές» βάσεις της πρόσφατης αρχαιότητας με ένα, ευαίσθητο και αρτιότερο νόημα προς την ζωή.
Η επικούρεια φιλοσοφία αποτέλεσε την μετεξέλιξη της δημοκρατίας και του ορθολογισμού, που ως φιλοσοφική διδασκαλία δεν ξεχώριζε ευγενείς και δούλους, άνδρες και γυναίκες ή έλληνες και βαρβάρους. Η φιλοσοφία του Επίκουρου αποτέλεσε το προζύμι της νεοφώτιστης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που έχουμε σήμερα την τάση να την αποκαλούμε ως «εθνική» και ως «ελληνορωμαϊκή».
Ο Επίκουρος γεννήθηκε εφτά χρόνια μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, κάτι που σημειώνουν οι αρχαίοι πρόγονοί μας για να δείξουν την αλλαγή που επιτελέστηκε σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα. Και οι δύο, Επίκουρος και Πλάτωνας, γνήσιοι Αθηναίοι, συναντά κανείς στην φιλοσοφία τους τις δύο αντίθετες τάσεις της φιλοσοφίας, αυτή του «ορθολογισμού» και αυτή του «ιδεαλισμού»8.
Αναφορικά με την επίδραση της φιλοσοφίας του Επίκουρου στον ρωμαϊκό κόσμο, μας δίνει σημαντικές πληροφορίες ο Κικέρων, ο οποίος είναι γνωστός για την αποστροφή του προς τον επικουρισμό, ο οποίος όμως παρόλα αυτά δεν δειλιάζει να αποδεχθεί πως, ο Επίκουρος και η φιλοσοφία του όργωσαν την Ελλάδα, την Ιταλία και ολόκληρο τον βαρβαρικό τότε κόσμο. Και σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε πως μονάχα η Αθήνα, μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση του ελληνικού χώρου, απολαμβάνει μια σχετική ελευθερία, διότι μετατράπηκε ως λίκνο της «ελευθερίας», της «δημοκρατίας» και του «ορθολογισμού», που θα περάσουν πάρα πολλοί αιώνες, δυστυχώς, για να δικαιωθεί και πάλι η συνεισφορά αυτής της πόλης στον ευρύτερο πολιτισμένο δυτικό κόσμο, μέσω της ιταλικής αναγεννήσεως και του δυτικού διαφωτισμού γενικότερα. Διότι δυστυχώς, θα χρειαστεί να περάσουμε από έναν μεσαίωνα θεοκρατικού δογματισμού, μέχρι να ανακαλύψουμε και πάλι τον δήμο και την δημοκρατία, τον ορθολογισμό και την εξέχουσα μορφή του Επίκουρου. Ενός Επίκουρου, που ακόμη και ο ίδιος ο Απ. Παύλος επικρίνει αρνητικά μέσω των επιστολών του9.
Επειδή δεν έχω σκοπό να αναφερθώ με λεπτομέρειες στην αρχαία ελληνική κοινωνία, στόχος μου άλλωστε δεν είναι αυτός, θα σημειώσω μονάχα το εξής, αναφορικά με τον Πλάτωνα: Ο Πλάτωνας που έζησε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, απέδιδε την αιτία του κακού στην δημοκρατία βλέποντας ως λύση τον γυρισμό της κοινωνίας στην αγροτική και φεουδαρχική κοινωνία του παρελθόντος, ενώ αξίζει να αναφέρουμε πως από το σπίτι του βγήκαν οι συγγενείς του, Κριτίας και Χαρμίδης, που παρέδωσαν την Αθήνα στον εχθρό με τον απαισιότερο τρόπο όπως μας σημειώνει ο κ. Θεοδωρίδης, «έχοντας ως στήριγμα τις ξένες λόγχες»10. Κάτι που δικαιολογεί απόλυτα την άποψη του Καστοριάδη, ο οποίος χαρακτήρισε το ρόλο του Πλάτωνα ως έναν «τεράστιο ογκόλιθο στην ιστορία της φιλοσοφίας», ο οποίος εμπόδισε την ιδέα της δημιουργίας στην ιστορία και της δημιουργικότητας της ανθρώπινης κοινότητας ως θεσμίζουσας τον ίδιο της το νόμο11.
Γίνεται νομίζω κατανοητό, πως η συνέχιση του ελληνικού ιδεώδους δια μέσω του χριστιανισμού γίνεται μονομερώς ιστορικά και αφορά την επίδραση και την διαμόρφωση που αυτός δέχθηκε από την ιδεαλιστική φιλοσοφία του Πλάτωνα και των νεωτέρων φιλοσοφικών ρευμάτων, όπως επί παραδείγματι ο Νεοπλατωνισμός. Αυτή η επικράτηση της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας αποτέλεσε και το προζύμι για την αργότερα επικράτηση του χριστιανισμού ως επικρατούσα θρησκεία της αυτοκρατορίας που συντέλεσε καταλυτικά στην παρακμή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Από τον 6ο αιώνα και εφεξής άρχισαν να υπολειτουργούν τα κοινωνικά κέντρα της ύστερης αρχαιότητας, με την αγορά πλέον να δίδει την θέση της στις εκκλησίες. Παρόμοια τύχη είχαν φυσικά και τα Λουτρά, το Θέατρο και τα λοιπά δημόσια κτίρια.
Κάνοντας λοιπόν αυτή την ιστορική διαδρομή, κατανοούμε και τους λόγους για τους οποίους η μάχη των Φιλίππων αποκτά μια κοσμοϊστορική σημασία με την ήττα των δημοκρατικών στρατευμάτων, αλλά και την απουσία της έννοιας της δημοκρατίας κατά τους βυζαντινούς και μετέπειτα χρόνους. Ο πολίτης πάει να υφίσταται ως έννοια και την θέση του παίρνει ο υπήκοος. Κι ενώ οι Έλληνες, ως λαός δεν έπαψε να υπάρχει στην ιστορία, η ουσία του «ελληνικού» αναδύεται και πάλι από την λήθη, με την ιταλική αναγέννηση και αυτού που αποκαλούμε σήμερα δυτικό διαφωτισμό. Η απουσία αυτής της σημαντικότατης πνευματικής αναγεννήσεως από την ιστορία της χώρας μας και η προσπάθειά μας να αποδείξουμε μια συνέχιση στην ιστορία μας, μας κάνει και παραβλέπουμε αυτή την τροπή που πήρε ο πολιτισμός μας. Μια στάση που αντικατοπτρίζεται στη νεοελληνική εκπαίδευση μέσω της παιδείας και η οποία οδήγησε τον Κορνήλιο Καστοριάδη να διατυπώσει τα εξής: «η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους.[...] Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου»12.
Ο εναρμονισμός της παιδείας και των θρησκευμάτων στο σύγχρονο νεοελληνικό κράτος, που σημειωτέον κουβαλά τον τίτλο της δημοκρατίας, οδήγησε μεταξύ άλλων στις αντιδράσεις αναφορικά με το βιβλίο της «ΣΤ Δημοτικού», όπου δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της εκκλησίας, όπως για παράδειγμα το «κρυφό σχολειό». Οδήγησε στις αντιδράσεις αναφορικά με την υποχρεωτική ή μη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία και ευθύνεται για την παράλειψη σημαντικότατων κομματιών της ιστορίας μας, όπως για παράδειγμα η ιστορία της φιλοσόφου Υπατίας και όσα εν συντομία προσπάθησα να παρουσιάσω στο υπάρχον κείμενό μου.
Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω ένα μικρό απόσπασμα από το ίδιο το βιβλίο των θρησκευτικών, της Α ΤΕΕ το οποίο αναφέρει (υπό τον τίτλο «τι δεν πρέπει να ξεχάσω»): «η επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, αλλά μπορούν να συνεργάζονται αρμονικά, όταν η καθεμιά αναγνωρίζει τα όριά της».
Απ' όσο γνωρίζω η επιστήμη δεν αναγνωρίζει όρια στην γνώση ενώ η θρησκεία θέτει για όλα όρια που είναι ρητά διατυπωμένα από τον Θεό! Για να μην όμως μας μείνει αναπάντητο το ερώτημά μας, το ίδιο κείμενο αμέσως δίδει σαφή απάντηση αναφορικά με την γνώση: «Η πίστη από την φύση της δε γίνεται γνώση, αφού η γνώση περιορίζει την ελευθερία του ανθρώπου να επιλέξει ανάμεσα στην πίστη και την απιστία» διότι όπως εξηγεί «στα πρόσωπα των Αγίων της Εκκλησίας μας εναρμονίζεται με το καλύτερο τρόπο η πίστη και η επιστήμη».
Αν αυτή αποτελεί θέση του Υπουργείου Παιδείας, τότε νομίζω δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση του θέματος ώστε να βρούμε τα αίτια αυτής της κρίσης που περνά η παιδεία μας. Ο φιλόσοφος Στ. Ράμφος αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δεν αναμορφώνεται η παιδεία μας πρόσφατα είχε δηλώσει τα εξής: «Διότι η κοινωνία η παλαιά δεν αντέχει ως νοοτροπία μια κοινωνία η οποία ερευνά και αναζητεί. Διότι αυτομάτως διαιωνίζονται όλα τα συστήματα δεδομένων αληθειών τα οποία επικρατούν και τα οποία οδηγούν τους ανθρώπους στον εφησυχασμό»13.
Όσο βλέπουμε την ιστορία μας απλά ως το ένδοξο παρελθόν των προγόνων μας το οποίο θα αποστηθίζετε από τους μαθητές και τους καθηγητές και δεν θα αποτελεί τη βάση για κριτική, αμφισβήτηση και δημιουργία, θεωρώ πως η βαθιά κρίση της νεοελληνικής εκπαιδεύσεως σχετικά με την ιστορία μας θα συνεχίσει να υφίσταται. Και μονάχα το γεγονός ότι ελπίζουμε η όποια κομματική μηχανή, ανεξαρτήτως κόμματος ή παράταξης, να επιφέρει λύση στο πρόβλημα, μας αποπροσανατολίζει από την πραγματική λύση, που είναι μια διακομματική συναίνεση και αναδιαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας μας.
Παραπομπές:
1. Βλέπε βιβλιογραφία: 6.
2. Βλέπε βιβλιογραφία: 2.
3. Η κα. Χατζή επιμελείται και παρουσιάζει την εκπομπή "Το πρωί εισάκουσον" του ραδιοφωνικού σταθμού Πειραϊκή Εκκλησία 91.2 FM η οποία μεταδίδεται κάθε πρωί στις 10.
4. Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού - Γιώργος Καραμπελιάς, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
5. Νεοπαγανισμός: Πίσω ολοταχώς! - Άρθρο του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, ΤΟ ΒΗΜΑ, 03/08/2003, Κωδικός άρθρου: B13929B331
6. Άποψη που υποστηρίζει η «Εκκλησία των Ελλήνων στο θρήσκευμα».
7.8.10. Βλέπε βιβλιογραφία: 1.
9. Πράξεις των Αποστόλων 17:18, Προς Κολοσσαείς 2:8
11. Βλέπε βιβλιογραφία: 2, σελ.67.
12. Βλέπε βιβλιογραφία: 5.
13. Τηλεοπτική εκπομπή Στα Άκρα (ΝΕΤ) που παρουσιάζει η δημοσιογράφος Βίκυ Φλέσσα κάθε Παρασκευή λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Βιβλιογραφία:
1. Επίκουρος: Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου - Θεοδωρίδης Χαράλαμπος, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας
2. Η ελληνική ιδιαιτερότητα: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο - Καστοριάδης Κορνήλιος, εκδόσεις Κριτική
3. ΟΙ ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ: Η παρακμή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού - Παναγόπουλος Π. Σπύρος, ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ τεύχος 68, Δεκέμβριος 2007, σ.σ. 26-39
4. Η Πολιτισμική Προσφορά του Ελληνισμού: Από την Αρχαιότητα ως την Αναγέννηση - Συλλογικό, Α Ενιαίου Λυκείου, εκδόσεις Ο.Ε.Δ.Β. 1998
5. Οι μύθοι της παράδοσής μας - Καστοριάδης Κορνήλιος, διάλεξη στον Τριπόταμο Τήνου στις 20/8/1994, δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21/8/1994.
6. Η χριστιανική επανάσταση διά μέσου των αιώνων - Άρθρο του κ. Δ. Κυρτάτα, Το ΒΗΜΑ, 25/06/2000, Κωδικός άρθρου: B12972B061